Οι χαμένες ευκαιρίες του Υπ. Παιδείας που επιτείνουν το δημογραφικό αδιέξοδο της χώρας
Άρθρο του Προέδρου της ΑΣΠΕ Θωμά Γιαννιώτη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΕΣΤΙΑ της Κυριακής” (24/5/2026)
Σε μια περίοδο που το δημογραφικό ζήτημα της χώρας αποκτά ολοένα και πιο επείγοντα χαρακτήρα, οι επιλογές της επιλογής εκπαιδευτικού προσωπικού δεν μπορούν παρά να τίθενται στο μικροσκόπιο. Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σταθερή μείωση γεννήσεων και γήρανση του πληθυσμού, εξέλιξη που επηρεάζει άμεσα το σχολείο, την κοινωνία και την οικονομία. Ωστόσο, αντί η πολιτεία να αξιοποιεί κάθε διαθέσιμο εργαλείο για την ενίσχυση της οικογένειας και ιδίως των πολύτεκνων, φαίνεται πως σε ορισμένες περιπτώσεις επιλέγει να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η επικείμενη επαναδιαμόρφωση των πινάκων υποψηφίων εκπαιδευτικών για το 2026 φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα κρίσιμο ζήτημα: τη σχέση μεταξύ δημογραφικής πολιτικής και διορισμών στην εκπαίδευση. Παρά τις συνταγματικές προβλέψεις για ειδική μέριμνα προς τις πολύτεκνες οικογένειες, αλλά και τη γενικότερη υποχρέωση του κράτους να ασκεί δημογραφική πολιτική, το ισχύον πλαίσιο δεν ευθυγραμμίζεται με αυτές τις αρχές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ σε άλλους τομείς του Δημοσίου προβλέπεται ποσοστό 16% υπέρ των πολυτέκνων, η εκπαίδευση εξαιρείται. Το γεγονός αυτό προκαλεί εύλογα ερωτήματα για τη συνέπεια της κρατικής πολιτικής. Πώς είναι δυνατόν ένας τόσο κρίσιμος τομέας, που συνδέεται άμεσα με το μέλλον της χώρας, να μην ενσωματώνει ουσιαστικά κίνητρα υπέρ της οικογένειας;
Την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα των πολύτεκνων εκπαιδευτικών αποτυπώνει μια πραγματικότητα γεμάτη δυσκολίες. Οι αναπληρωτές, αναγκασμένοι να μετακινούνται κάθε χρόνο σε διαφορετικές περιοχές για να συγκεντρώσουν μόρια διορισμού, καλούνται να μεταφέρουν ολόκληρες οικογένειες — συχνά με τέσσερα, πέντε ή περισσότερα παιδιά. Η πρακτική αυτή δεν είναι απλώς επιβαρυντική· είναι αποτρεπτική για τη δημιουργία ή τη διεύρυνση οικογένειας. Και αποτελεί μια πραγματική «τιμωρία» για τις πολύτεκνες οικογένειες που εξ αντικειμένου έχουν μεγαλύτερη δυσκολία στη μετακίνηση, στην εύρεση κατοικίας κ.λπ. για να μπορέσουν να αποκτήσουν τα απαραίτητα για τον διορισμό μόρια.
Παράλληλα, η ισχύουσα μοριοδότηση δημιουργεί στρεβλώσεις που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν. Η εξίσωση ενός μεταπτυχιακού τίτλου με την ανατροφή επτά παιδιών δεν είναι απλώς μια τεχνική ρύθμιση· είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή, που αποτυπώνει τις προτεραιότητες ενός σκεπτικού που είναι εγκλωβισμένο σε μια στείρα λογική τυπικών προσόντων και αγνοεί την επείγουσα κοινωνική, εκπαιδευτική και οικονομική ανάγκη διασύνδεσης με τις οικογενειακές και δημογραφικές πολιτικές. Αγνοείται το γεγονός ότι η τοποθέτηση τριών πολύτεκνων εκπαιδευτικών σε ένα σχολείο – που συνεπάγεται αυτόματα την φοίτηση δώδεκα τουλάχιστον μαθητών, θα κρατήσει ένα σχολείο ανοιχτό, τη στιγμή που κάθε χρόνο περισσότερα από 700 σχολεία ανά την Ελλάδα τίθενται σε αναστολή επειδή δεν διαθέτουν δώδεκα μαθητές. Τελικά θέλουμε ανοιχτά σχόλεια σε όλη την Ελλάδα ή όχι;
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η εμπειρία ενός πολύτεκνου γονέα δεν αποτελεί μόνο προσωπικό βίωμα, αλλά και ουσιαστικό παιδαγωγικό εφόδιο. Η διαχείριση πολλών παιδιών, η κατανόηση διαφορετικών αναγκών και η ανάπτυξη ενσυναίσθησης είναι δεξιότητες που μεταφέρονται άμεσα στη σχολική τάξη. Παρ’ όλα αυτά, το ισχύον σύστημα προσκλήψεων δεν αναγνωρίζει επαρκώς αυτή τη διάσταση.
Επιπλέον, δεν λείπουν οι προτάσεις. Η Ανωτάτη Συνομοσπονδία Πολυτέκνων Ελλάδος έχει επανειλημμένα καταθέσει συγκεκριμένες εισηγήσεις προς την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, επιδιώκοντας έναν ουσιαστικό διάλογο. Ωστόσο, η απουσία ανταπόκρισης δημιουργεί την αίσθηση μιας χαμένης ευκαιρίας για συνεννόηση και συνδιαμόρφωση πολιτικής με απτά αποτελέσματα.
Το παράδοξο είναι ότι πολλά από τα μέτρα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν το δημογραφικό δεν συνεπάγονται καν δημοσιονομικό κόστος. Πρόκειται κυρίως για ανακατανομή προτεραιοτήτων και επαναξιολόγηση κριτηρίων. Σε μια εποχή όπου οι προβλέψεις για τη μελλοντική πληθυσμιακή συρρίκνωση της Ελλάδας είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές, η αδράνεια δεν αποτελεί ουδέτερη στάση — αποτελεί επιλογή με συνέπειες, ενώ το δημοσιονομικό κόστος για μια τέτοια ρύθμιση είναι μηδενικό.
Η εκπαίδευση δεν είναι απλώς ένας διοικητικός τομέας. Είναι πεδίο όπου διαμορφώνεται το μέλλον της χώρας. Οι πολιτικές που την διέπουν οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο τις άμεσες ανάγκες στελέχωσης, αλλά και τις μακροπρόθεσμες κοινωνικές επιπτώσεις.
Στο κρίσιμο αυτό σταυροδρόμι, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: θα αξιοποιηθεί η εκπαίδευση ως μοχλός ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και της δημογραφικής ανάκαμψης ή θα συνεχίσει να λειτουργεί αποκομμένα από αυτές τις ανάγκες; Γιατί, όταν μια χώρα βρίσκεται σε δημογραφική κάμψη, κάθε πολιτική επιλογή μετρά. Και ο χρόνος, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι σύμμαχος. Η αδράνεια του Υπουργείου Παιδείας επιταχύνει το δημογραφικό αδιέξοδο της χώρας. Κρίμα.